Παιδική παχυσαρκία στον μαθητικό πληθυσμό του Δήμου Κονιστρών Εύβοιας


ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΟΝΙΣΤΡΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ

Κουλούρης Γ.1 , Χατζηαντωνίου Γ.2, Παπαναστασίου Δ.3, Θεοδωρακόπουλος Π.4

Εργοερευνητική1, Διεύθυνση Υγείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευβοίας2, Δήμος Κονιστρών3, Εργαστήριο Κοινωνικής Ιατρικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης4

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παχυσαρκία αποτελεί ολοένα αυξανόμενο πρόβλημα δημόσιας υγείας στον αναπτυγμένο κόσμο. Η παιδική παχυσαρκία αναγνωρίζεται ως προδιαθεσικός παράγων της του ενηλίκου, όπως επίσης και παράγων επικινδυνότητας για νοσήματα της ενηλίκου ζωής όπως καρδιοαγγειακές παθήσεις, Σ.Δ., Υπέρταση κ.λ.π.  Η επιδημιολογική και αιτιοπαθολογική προσέγγιση της παιδικής παχυσαρκίας στον Δήμο Κονιστρών Ευβοίας, ο οποίος αποτελεί πρότυπο μεταβατικής κοινωνίας απο τον αγροτικό στον αστικό τρόπο ζωής, αποτελεί τον σκοπό της εργασίας μας. Μελετήσαμε όλα τα παιδιά ηλικίας 10 έως και 19 ετών συγκροτώντας πίνακες ανάλογα με την ηλικία και το φύλο, και τα κατατάξαμε αναλόγως του ΒΜΙ σε φυσιολογικά, υπέρβαρα και παχύσαρκα. Επίσης ερευνήσαμε τις διαφορές σε σχέση με την Ελληνική και την Αλβανική καταγωγή, αφού εκφράζονται με διαφορετικές συνήθειες διατροφικές και κοινωνικές. Από τις στατιστικές μας διαπιστώσαμε ότι η αστικοποιούμενη κοινωνία του Δήμου παρουσιάζει σημαντικό πρόβλημα παιδικής παχυσαρκίας, ενώ η υποομάδα των Αλβανικής καταγωγής ακόμη δεν παρουσιάζει ανάλογο πρόβλημα, διότι δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως στον Ελληνικό τρόπο διατροφής. Στην εφηβεία μάλιστα το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει. Προτείνουμε ότι απαιτείται η Τοπική Αυτοδιοίκηση σε συνεργασία με τους φορείς υγείας να εφαρμόσουν προγράμματα αγωγής υγείας προτού η παιδική παχυσαρκία εξελιχθεί σε σύγχρονη μάστιγα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παχυσαρκία είναι ασθένεια ενεργειακής δυσαναλογίας. ¶Για να διατηρήσει κανείς ένα υγιές βάρος, η ενέργεια από τις ουσίες που λαμβάνονται με τις τροφές, πρέπει να ισορροπήσει με το ποσό ενέργειας που χρησιμοποιείται από το σώμα στις καθημερινές δραστηριότητες. ¶Η παχυσαρκία μπορεί να αναπτυχθεί όταν  ενεργειακή ισορροπία τείνει υπέρ της πλεονάζουσας ενέργειας. ¶Στην πραγματικότητα όμως, η παχυσαρκία είναι μια πιο σύνθετη κατάσταση, είναι αποτέλεσμα πολλών και αλληλοδιαπλεκόμενων αιτίων, και προκύπτει μέσω της αλληλεπίδρασης των μεταβολικών, γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Η παιδική παχυσαρκία είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα σε όλο τον Δυτικό κόσμο και  επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς και στις χώρες του τρίτου κόσμου που μέχρι προ τίνος υποσιτίζονταν. Με αυτήν την έννοια αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για την ιατρική και την δημόσια υγεία. Το 2000, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας υπολόγισε ότι ο αριθμός ανθρώπων που είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι παγκοσμίως είναι ίσος με τον αριθμό ανθρώπων που είναι υποσιτιζόμενοι1.

Ο αριθμός υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών στην Μεγάλη Βρετανία έχει διπλασιαστεί από τη δεκαετία του ’80¶

.Οι αριθμοί αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνουν2.

Αν και η παχυσαρκία στα παιδιά ήταν στο παρελθόν σπάνια, τώρα είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα ιατρικά προβλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες αναπτυγμένες χώρες. Περίπου 15% των εφήβων (ηλικίας 12-19 ετών) και των παιδιών (ηλικίας 6-11 ετών) είναι παχύσαρκοι στις Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνα με την Αμερικανική ένωση Παχυσαρκίας.¶ Το 1994, το ένα στα πέντε παιδιά μεταξύ των ηλικιών 6 και 17 ετών ήταν υπέρβαρο. ¶Αυτό είναι το διπλάσιο ποσοστό από το αντίστοιχο προ 30ετίας.3 Ενώ υπάρχουν πολλές μελέτες που ανεβάζουν αυτά τα ποσοστά σε 22-30%4-8 .¶ Αυτή η δυσμενής τάση έχει  ενδεχομένως σοβαρά αποτελέσματα στην υγεία των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της πρόγνωσης της υγείας τους και για την ενήλικο ζωή.

Η παχυσαρκία της παιδικής ηλικίας είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της υγείας αφού η παχυσαρκία έχει σοβαρή επίδραση στη ζωή ενός παιδιού. ¶

Αυξάνει τον κίνδυνο ώστε το παιδί να αναπτύξει πολυάριθμα προβλήματα υγείας. Εκτός από την αύξηση του κινδύνου παχυσαρκίας στην ενηλικίωση, η παιδική παχυσαρκία είναι η κύρια αιτία της παιδιατρικής υπέρτασης. Επί πλέον πολλοί παράγοντες κινδύνου, όπως  υψηλή χοληστερόλη, αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμίες γενικότερα, μπορούν να προκύψουν από την παχυσαρκία της παιδικής ηλικίας και να προκαλέσουν προβλήματα υγείας στην ενηλικίωση. ¶Αυτό συνδέει την παιδική παχυσαρκία με την μακροπρόθεσμη υγεία των ενηλίκων. ¶Οι παράγοντες κινδύνου στην παιδική ηλικία (συμπεριλαμβανομένων της υψηλής χοληστερόλης, και του διαβήτη) μπορούν να οδηγήσουν στις σοβαρές παθολογικές καταστάσεις της ενήλικου ζωής όπως τις καρδιαγγειακές παθήσεις, την καρδιακή ανεπάρκεια  και το Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια. Ο έλεγχος της παιδικής παχυσαρκίας μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο αυτών των παθήσεων στην ενήλικο ζωή. Η παχυσαρκία συνδέεται με ένα υψηλό ποσοστό νοσηρότητας και πρόωρης θνησιμότητας εάν αφήνεται ανεξέλεγκτη9-12 . Οι μελέτες δείχνουν ότι η παρουσία παχυσαρκίας αυξάνει τον κίνδυνο για τις καρδιαγγειακές ασθένειες και το διαβήτη13-16 . Ο ρόλος της ως κίνδυνου για την υγεία στους ενηλίκους έχει αναγνωριστει17-21 , όμως λίγη προσοχή έχει δοθεί στην παιδική και την εφηβική παχυσαρκία 22-25 . Λίγες μελέτες έχουν εξετάσει τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της εφηβικής παχυσαρκίας και τον ρόλο της στις ασθένειες των ενηλίκων.

¶Ένα σύνολο ασθενειών προκύπτει από τον υπερσιτισμό, την έλλειψη φυσικής άσκησης, και την παχυσαρκία, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών δολοφόνων της εποχής μας όπως οι καρδιακές παθήσεις, ο καρκίνος, και ο διαβήτης. ¶Αυτές οι χρόνιες παθήσεις ήταν πάντα αιτία ανησυχίας για τον αναπτυγμένου κόσμο αλλά τώρα άρχισε να αποτελεί κύριο πρόβλημα δημόσιας υγείας και στις αναπτυσσόμενες χώρες26.

Τα υπέρβαρα παιδιά έχουν πιθανότητα 70% να γίνουν  υπέρβαροι ενήλικοι27-32 και η παχυσαρκία τους είναι προάγγελος όλων των αιτιών της θνησιμότητας που είναι συνδεδεμένα με την παχυσαρκία κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης, ιδιαίτερα θνησιμότητα από τις καρδιαγγειακές παθήσεις, που είναι ανεξάρτητες από το σωματικό βάρος της ενηλικίωσης33,34.

¶ Τα επιδημιολογικά στοιχεία υποστηρίζουν τη θεωρία ότι η σχέση μεταξύ της παχυσαρκίας και του κινδύνου ασθενειών αρχίζει νωρίς στη ζωή, Παραδείγματος χάριν, έφηβοι που πέθαναν σε ατυχήματα, βρέθηκαν κατά την διάρκεια νεκροτομών να έχουν τις λιποειδείς ραβδώσεις στις στεφανιαίες αρτηρίες και αθηρωματώδεις αλλοιώσεις της αορτής35,36 , που αποτελούν την πρώϊμη έκφραση της αθηρωματώδους νόσου.

Εάν ένας γονέας είναι παχύσαρκος ή υπέρβαρος, τα παιδιά έχουν  πιθανότητα 80% να είναι υπέρβαρα37. Σε μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, ο Serdula και οι συνεργάτες του, βρήκαν ότι ο κίνδυνος για την ενήλικη παχυσαρκία ήταν μεγαλύτερος μεταξύ των παιδιών που είχαν τα οριακά επίπεδα παχυσαρκίας. ¶Επίσης διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος ήταν υψηλότερος για εκείνους που ήταν παχύσαρκοι στην παιδική ηλικία και  στην εφηβεία38. ¶

Μερικά από τα σοβαρά προβλήματα που μπορούν να προέλθουν από την ύπαρξη παχυσαρκίας,  είναι: ¶ ορθοπεδικά προβλήματα (ειδικότερα των γονάτων, ισχίων, και της σπονδυλικής στήλης), σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ, σύνδρομο άπνοιών- υποπνοιών κατά τον ύπνο, υπέρταση, καρδιακές παθήσεις, περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθειες, ορμονικές διαταραχές, μερικοί τύποι καρκίνων. Στις γυναίκες, αυτοί περιλαμβάνουν τον καρκίνο της μήτρας, της χοληδόχου κύστης, του τραχήλου της μήτρας, της ωοθήκης, του εντέρου,  και του μετεμμηνοπαυσιακού καρκίνου του μαστού και ενοχοποιείται για τον καρκίνο  του προστάτη στους άνδρες. Τέλος ανυπολόγιστα παραμένουν τα ψυχοκοινωνικά, συναισθηματικά και κοινωνικά προβλήματα της παχυσαρκίας.

Οι άμεσες και έμμεσες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης που συνδέονται με την παχυσαρκία είναι τεράστιες. ¶Το εθνικό υπηρεσία δαπανών περίθαλψης της Αγγλίας υπολόγισε ότι οι άμεσες δαπάνες για την παχυσαρκία, το 1998 και οι συνέπειές της στην Αγγλία είναι περίπου 500 εκατομμύρια λίρες, ¶5 παρατηρείται δε ότι οι δαπάνες αυξάνονται παράλληλα με την παχυσαρκία. ¶Οι δαπάνες έμμεσα αποδοτέες στην παχυσαρκία είναι δυσκολότερο να υπολογιστούν, αλλά η ίδια υπηρεσία έδωσε μια προσεκτική εκτίμηση 2.1 δισεκατομμύρια λίρες για το 1998. ¶Αυτή η εκτίμηση προσπαθεί να λάβει υπόψη τις δαπάνες που συνδέονται με την απώλεια παραγωγικότητας στο εργατικό δυναμικό λόγω της ασθένειας, της ανικανότητας ή του πρόωρου θανάτου39.

ΣΚΟΠΟΣ

Ο σκοπός της μελέτης ήταν η αναγνώριση των παραγόντων εκείνων που σχετίζονται με την παιδική παχυσαρκία σε έναν Δήμο που  δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως στον αστικό τρόπο ζωής αφού πρόκειται για μία κατ’  εξοχή αγροτική περιοχή όπου  τα παιδιά έχουν περισσότερους χώρους και ευκαιρίες για άσκηση και παιγνίδι, και παράλληλα βρίσκεται πλησιέστερα στον παραδοσιακό τρόπο διατροφής. Είναι σημαντικό να εντοπίσει κανείς ποιοι είναι οι παράγοντες της παχυσαρκίας της παιδικής ηλικίας και πρώιμης ενήλικου ζωής ώστε να ληφθούν μέτρα για την μεγαλύτερη δυνατή ύφεση του προβλήματος. Δεν υπάρχουν βέβαια αναδρομικές μελέτες που να δίνουν δεδομένα του παρελθόντος και αρκεστήκαμε σε αυτήν την μελέτη να καταγράψουμε απλώς τα δεδομένα των μετρήσεών μας. Με την ευκαιρία αυτής της μελέτης κάνουμε μια προσπάθεια να ταξινομήσουμε τους παράγοντες που ευθύνονται για την παχυσαρκία της παιδικής ηλικίας γεγονός που θα οδηγήσει στην εξεύρεση λύσεων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ως αποτέλεσμα, πέρα από τις επιπτώσεις στα φαινόμενα της υγείας και της ασθένειας, τις επιδράσεις σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο αλλά και σε πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις τόσο στο ατομικό εισόδημα όσο και για τα ασφαλιστικά ταμεία ως συνέπεια των επιπτώσεων στην υγεία. Συνειδητοποιούμε τέλος ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός των κατοίκων του Δήμου Κονιστρών Ευβοίας, δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα για τον γενικότερο Ελληνικό πληθυσμό, άλλα όμως αποτελεί πρότυπη πληθυσμιακή ομάδα αγροτικού τύπου που βρίσκεται σε μεταβατική φάση μερικής ή εξελισσόμενης αστικοποίησης και συνεπώς εξυπηρετεί την επιδημιολογική μελέτη μας.

ΥΛΙΚΟ – ΜΕΘΟΔΟΣ

Η μελέτη έγινε στα σχολεία του Δήμου Κονιστρών. Εξετάσθηκαν συνολικά 355 παιδιά ηλικίας 10 – 19 ετών, μαθητές των τριών τελευταίων τάξεων του Δημοτικού, του γυμνασίου και του Λυκείου εκ των οποίων 184 αγόρια και 171 κορίτσια. Στο συνολικό αυτό δείγμα περιέχονται και 28 μαθητές Αλβανικής καταγωγής. Έγινε  μέτρηση βάρους, το ύψος, υπολογίσθηκε με αναστημόμετρο τοίχου με απόκλιση 0,5 εκατοστά σε όρθια στάση χωρίς παπούτσια και υπολογίστηκε ο δείκτης μάζας σώματος ( BMI – indicator Quetelet, ΣΒ= Β.Σ. σε κιλά/ Υ2 σε μέτρα). Για όλους τους μαθητές που συμμετείχαν στην μελέτη συμπληρώθηκε γραπτό ερωτηματολόγιο, το οποίο προσδιορίσαμε εμείς, με στόχο να διαπιστωθεί ο τρόπος και η ποιότητα ζωής των ιδίων και των οικογενειών τους. Το ερωτηματολόγιο περιείχε ερωτήσεις για 1) τις διατροφικές συνήθειες και προτιμήσεις, 2) την καθημερινή δραστηριότητα τους,  3) πώς διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους, 4) το βάρος των μελών της οικογένειας τους, 5) πως αντιλαμβάνονται την κατάσταση του σώματός τους, 6) τον τρόπο ζωής των οικογενειών τους, 7) τον τρόπο διασκέδασης των ιδίων και των οικογενειών τους. Τα πρότυπα που χρησιμοποιήθηκαν για να προσδιορίσουν το φυσιολογικό βάρος, το υπερβολικό βάρος και την παχυσαρκία είναι ΒΜΙ < 24, ΒΜΙ = 25-29, ΒΜΙ > 30 αντίστοιχα.

Εν συνεχεία έγινε ταξινόμηση σε τρείς ομάδες:

Ομάς Α= φυσιολογικού ΒΜΙ (<24),

Ομάς Β= Υπέρβαροι (ΒΜΙ=25-29) και

Ομάς Γ= παχύσαρκοι (ΒΜΙ>30)

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Τα αποτελέσματα κατά ηλικία, φύλο και δείκτη μάζας σώματος αναλυτικά έχουν ως εξής:

ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ
ΗΛΙΚΙΑ ΒΜΙ <24 ΒΜΙ25-30 ΒΜΙ>30 ΒΜΙ<24 ΒΜΙ 25-29 ΒΜΙ>30
10 ετών 16 1 0 14 0 1
11 ετών 17 1 0 10 0 0
12 ετών 21 1 0 7 0 1
13 ετών 15 3 0 12 2 0
14 ετών 17 3 0 21 1 3
15 ετών 14 3 0 11 2 1
16 ετών 8 2 0 14 3 2
17 ετών 8 4 1 9 4 1
18 ετών 21 2 2 15 6 1
19 ετών 10 8 6 17 11 1
ΣΥΝΟΛΟ 147 28 9 130 29 11

(πινακας 1)

Η διαστρωμάτωση της ηλικίας των παιδιών βασίστηκε σε μια εκ των προτέρων καθορισμένη διαφορά στην συμπεριφορά, όσον αφορά τουλάχιστον τις δραστηριότητες και τις διατροφικές συνήθειες , που προέκυψε από το γραπτό ερωτηματολόγιο. Για παράδειγμα από το γραπτό ερωτηματολόγιο προέκυψε ότι οι κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών ήταν ανύπαρκτη στις μικρότερες ηλικίες αλλά αυξανόταν με την αύξηση της ηλικίας ενώ αντίστοιχα οι σωματικές δραστηριότητες μειώνονταν με την πάροδο της ηλικίας.  Με βάση τον πίνακα 1 προσδιορίσαμε το ποσοστό των φυσιολογικών, των παχύσαρκων και των υπέρβαρων και συγκροτήσαμε τον πίνακα 2.

ΟΜΑΣ Α ΟΜΑΣ Β ΟΜΑΣ Γ
ΑΓΟΡΙΑ 184 147 (79,9%) 28 (15,2%) 9 (4,89%)
ΚΟΡΙΤΣΙΑ 171 130 (76%) 30 (17,5%) 11(6,43%)
ΣΥΝΟΛΟ 355 277 (78%) 58 (16,3) 20 (5,63%)

(πινακας 2)

Παρατηρούμε ότι το συνολικό ποσοστό παχύσαρκων και υπέρβαρων  μαθητών του Δήμου είναι 22% επί του συνόλου των μαθητών (355), και συγκεκριμένα 16,3% υπέρβαροι και 5,6% παχύσαρκοι. Ήτοι η παχυσαρκία υπάρχει σε 1 στους 5 μαθητές. Με ελαφρά υπεροχή των κοριτσιών έναντι των αγοριών. Από τους 28 Αλβανικής καταγωγής μαθητές που περιέχονται στο δείγμα όλοι, πλην ενός που είχε οριακό ΒΜΙ (25), είχαν φυσιολογικό ΒΜΙ. Έξι τέλος από την ομάδα των παχύσαρκων είχαν δισταγμό στο να ζυγιστούν.

Επειδή στον Δήμο από 10ετίας  κατοικούν πολλοί Αλβανοί οικονομικοί μετανάστες και στην υπο μελέτη ομάδα υπάρχουν 28 παιδιά Αλβανικής καταγωγής σκεφθήκαμε να προχωρήσουμε και σε ακόμη μία ταξινόμηση του δείγματος, διαχωρίζοντας τους μαθητές Αλβανικής καταγωγής από τους υπολοίπους.

ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΣ ΥΠΕΡΒΑΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΧΥΣΑΡΚΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΛΕΤΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Ελληνικής καταγωγής Αλβανικής καταγωγής Στατιστική σημαντικότης
ΒΜΙ <24 250 (76,45%) 27 (96,42%) P<0,001
ΒΜΙ 25-29 57 (17,43%) 1 (3,57%) P<0,001
ΒΜΙ>30 20 (6,11%) 0 (0%) P<0,001
ΣΥΝΟΛΟ 327 28

(πινακας 3)

Στον πίνακα 3 όπου προσδιορίζεται ο επιπολασμός υπέρβαρων και παχύσαρκων μαθητών ανά φυλετική προέλευση συνάγεται ότι η παχυσαρκία είναι στατιστικά σημαντικά αυξημένη στους Ελληνικής καταγωγής μαθητές. Και πράγματι από την μελέτη του ΒΜΙ μεταξύ των δύο ομάδων, ο μέσος όρος ΒΜΙ των Ελληνικής καταγωγής μαθητών βρέθηκε περίπου 22, ενώ των Αλβανικής καταγωγής μαθητών 19,5, ήτοι κατά 2,5 μονάδες χαμηλότερος.

Από το ερωτηματολόγιο προέκυψαν τα εξής:

79% των παιδιών ξοδεύουν λιγότερο από το συνιστώμενο ελάχιστο μιας ώρας ημερησίως κάνοντας τη μέτρια σωματική δραστηριότητα.

20% έχει τα εκτός διδακτέας ύλης προγράμματα σωματικής δραστηριότητας και ασχολούνται με οποιοδήποτε είδος αθλητισμού.

50% των παιδιών βλέπουν τηλεόραση ή ασχολούνται με ηλεκτρονικά παιγνίδια και ηλεκτρονικό υπολογιστή, 4-7 ώρες την ημέρα και το 28% 2-4  ώρες ημερησίως.

65% των παιδιών καταναλώνουν τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας όπως γρήγορα γεύματα και ζαχαρώδη προϊόντα.

Δύο στα τρία παιδιά έχουν τουλάχιστον έναν από τους γονείς υπέρβαρο.

Στην συνέχεια οι μαθητές υπεβλήθησαν σε βασικό βιοχημικό έλεγχο όπου εξετάσθηκαν η θυρεοειδική λειτουργία, έλεγχος νεφρικής λειτουργίας (ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ), έλεγχος σακχάρου αίματος.

Μόνο ένα κορίτσι με ΒΜΙ =45, βρέθηκε από τις ιατρικές εξετάσεις οτι η παχυσαρκία του οφειλόταν σε ιατρικό πρόβλημα (υποθυρεοειδισμός). Οι υπόλοιποι παρουσίασαν φυσιολογικές τιμές.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

¶Η  αδράνεια. η διατροφή υψηλής θερμιδικής αξίας και η κληρονομικότης θεωρούνται  σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της παχυσαρκίας. ¶   Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που ξοδεύουν περισσότερο χρόνο παρακολουθώντας τηλεόραση και παίζοντας τηλεοπτικά παιχνίδια διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο να είναι υπέρβαρα40.

Στην μελέτη μας μόνο ένα παιδί βρέθηκε υπέρβαρο λόγω υπάρχοντος ιατρικού προβλήματος (υποθυρεοειδισμός). Όλα τα υπόλοιπα φαίνεται να είναι υπέρβαρα ως αποτέλεσμα μιας ανθυγιεινής διατροφής και έλλειψης σωματικής δραστηριότητας.

Το 65% των παιδιών φαίνεται να προτιμούν και να καταναλώνουν τροφές που αποτελούνται από σακχαρώδη προϊόντα (σοκολάτες, εμφιαλωμένα αναψυκτικά) και τρόφιμα fast food (τυρόπιτες, σάντουιτς, τοστ) με μεγάλη περιεκτικότητα σε λίπη, αυτές οι τροφές είναι άφθονες και σχετικά φθηνές και προσιτές, ενώ τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά καταναλώνουν επιπλέον οινοπνευματώδη ποτά.

Τριάντα έτη πριν, τα χαμηλότερα εισοδήματα συνδέθηκαν με διατροφή χαμηλότερης περιεκτικότητας σε λίπος και χαμηλότερη ζωική πρωτεΐνη, και μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες. Η αύξηση των εισοδημάτων οδήγησε στην αύξηση κατανάλωσης του συνολικού και ζωικού λίπους. Εντούτοις, αυτός ο παραδοσιακός συσχετισμός μεταξύ του εισοδήματος και της διατροφής έχει αλλάξει πρόσφατα με την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου τροφίμων41 .

Ο Cassels42 προσφέρει μια άριστη ανάλυση της εμπειρίας Kosrae της Μικρονησίας, σημειώνοντας ότι “… η πρόσφατη ανάπτυξη μιας οικονομίας βασισμένης στο κέρδος έχει ανατρέψει τις παραδοσιακές συνήθειες κατανάλωσης και τις έχει καταστήσει εξαρτώμενες από τα εισαγόμενα τρόφιμα από τις αναπτυγμένες χώρες. Εκτιμώντας ότι προηγουμένως τα άτομα στηρίχθηκαν σε μεγάλο ποσοστό στα τοπικά τρόφιμα όπως ο φρέσκος τόνος, όλο και περισσότερο αυξάνει ο αριθμός των κατοίκων που προτιμά να  αγοράσει τα φτωχά σε θρεπτική και πλούσια σε θερμιδική αξία εισαγόμενα συσκευασμένα τρόφιμα”. ¶Η συνολική αξία του εμπορίου τροφίμων, στην Μικρονησία,  αυξήθηκε από 224 δισεκατομμύρια δολάρια το 1972 σε 438 δισεκατομμύρια το 1998. Τα τρόφιμα αποτελούν τώρα 11% του εισαγόμενου εμπορίου43. Μαζί με το παγκόσμιο εμπόριο τροφίμων, οι προτιμήσεις των ανθρώπων και η αυξανόμενη διαθεσιμότητα τροφίμων έχουν επηρεάσει τα διαιτητικά σχέδια. Λόγω της διαδεδομένης διαθεσιμότητας του λίπους χαμηλότερου κόστους, ακόμη και οι άνθρωποι από τις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος καταναλώνουν ένα υψηλότερο ποσοστό των θερμίδων από το λίπος.

Πολλοί έχουν μελετήσει τον ρόλο του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης στην διαιτητική αλλαγή και την παχυσαρκία στον αναπτυσσόμενο κόσμο44-49. Αυτές οι μελέτες έχουν προτείνει ότι οι γρήγορες αλλαγές στις διατροφές ως αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού (δηλ. βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο και συνεχής ανάπτυξη) και παγκοσμιοποίηση αγοράς έχουν ασκήσει σημαντική επίδραση στις θρεπτικές συνήθειες των πληθυσμών. Παραδείγματος χάριν, κάποια εργασία έχει δείξει ότι ο εκσυγχρονισμός συνδέεται με την αυξανόμενη κατανάλωση αλατισμένων και επεξεργασμένων  ζωικών τροφίμων υψηλότερων στο κορεσμένο λίπος, και έχει μειώσει την κατανάλωση σύνθετων υδατανθράκων46,49¶. ¶ ¶Το χαμηλότερο κόστος και η ευρεία διαθεσιμότητα των εισαγόμενων τροφίμων, ειδικά τα πλούσια σε λίπη προϊόντα κρέατος, έχουν ως αποτέλεσμα να ευνοείται πλέον η ευρεία διάδοση και κατανάλωση των τροφών αυτών, παρά υγιέστερες εναλλακτικές λύσεις, όπως τα ψάρια.

Μια σημαντική αρνητική συνέπεια του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου για τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι μια ακατάλληλη, ανθυγιεινή διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος και χαμηλής θερμιδικής αξίας με ελάχιστους υδρογονάνθρακες, συντελώντας με αυτόν τον τρόπο σε μία άνοδο των ποσοστών της παχυσαρκίας49. Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου εκτός του χαμηλότερου κόστους των έτοιμων τροφών, της ευκολίας με την οποία τις προμηθεύεται ο καταναλωτής, και του γρήγορου τρόπου παρασκευής τους, στέρησε στις τοπικές κοινωνίες την δυνατότητα να παράγουν τα παραδοσιακά τους προϊόντα με τοπικές καλλιέργειες που  η διαδικασία παραγωγής τους εκτός από το γεγονός ότι τα τρόφιμα αυτά ήταν πιό υγιεινά εμπεριείχε και τον παράγοντα της άσκησης κατά την διαδικασία της παραγωγής τους. Στην μελέτη μας φάνηκε ότι στην αγροτική περιοχή, στην οποία αυτή έγινε, το 40% του πληθυσμού έχει πλέον εγκαταλείψει τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής και διατροφής. Προτίμησαν τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα που δεν απαιτούν πολύ χρόνο για την παρασκευή τους αλλά συγχρόνως περιέχουν υψηλότερη θερμιδική αξία και πολύ χαμηλή θρεπτική. Οι μαθητές Αλβανικής καταγωγής που δεν έχουν πλήρως ενσωματωθεί στον σύγχρονο τρόπο ζωής των υπολοίπων ( διατροφή, PC, καθιστική ζωή κ.λ.π.) δεν έχουν στο συγκεκριμένο δείγμα συμμετοχή στους υπέρβαρους και τους παχύσαρκους (πιν. 3). Αντίθετα, όπως προκύπτει από το ερωτηματολόγιο οι Αλβανικής καταγωγής μαθητές ασχολούντο με αγροτικές και οικοδομικές εργασίες κατά τον ελεύθερο χρόνο τους βοηθώντας τους γονείς τους.¶

Μια μελέτη που συγκρίνει τους Ινδιάνους Pima που ζούνε στο αγροτικό Μεξικό με ένα παραδοσιακό τρόπο ζωής με γενετικά ίδια χαρακτηριστικά με τους Pima που ζούνε στο Phoenix των Η.Π.Α. έναν εκσυγχρονισμένο τρόπο ζωής  έδειξε ότι  οι Ινδιάνοι του Μεξικού είχαν ένα ΒΜΙ κατά 10 μονάδες χαμηλότερο από τα αντίστοιχα των Αμερικανών Pima44.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα συγκριτική μελέτη εξέτασε τους Αμερικανούς και Δυτικούς Σαμοανούς για να ερευνήσει τις διαφορές στην διατροφή και την υγεία τους50. Μια συγκριτική μελέτη μεταξύ των Μικρονησίων που ζούνε στο Palau, με τις παραδοσιακές συνήθειες του 1970, και των Μικρονησίων που ζούνε σε μια πιο σύγχρονη οικονομία στο Γκουάμ και την Καλιφόρνια, ουσιαστικά προανήγγειλε την διαιτητική αλλαγή που θα ακολουθούσε στην Μικρονησία από το 197051.

Το Kosrae της Μικρονησίας έχει μελετηθεί διεθνώς για τα ανησυχητικά ποσοστά παχυσαρκίας που εμφανίζει και έχει γίνει πλέον η περιοχή μελέτης για να προσδιοριστούν οι γενετικές βάσεις της παχυσαρκίας52-55.

Όπως προέκυψε από το ερωτηματολόγιο λιγότεροι από το ένα πέμπτο ασχολούνται με τα εκτός διδακτέας ύλης προγράμματα σωματικής δραστηριότητας και ασχολούνται συστηματικά με κάποιο είδος αθλητισμού (ποδόσφαιρο, basket, χορός κ.λ.π ), ενώ η μοναδική άσκηση των υπολοίπων περιορίζεται στον υποχρεωτικό χρόνο άσκησης του σχολείου .

Το 50% των παιδιών βλέπουν τηλεόραση ή ασχολούνται με ηλεκτρονικά παιγνίδια και ηλεκτρονικό υπολογιστή, 4-7 ώρες την ημέρα και το 28%, 2-4  ώρες ημερησίως.

Επι πλέον η παρακολούθηση της TV πέρα από την πολύωρη καθιστική ζωή σε μεγάλο ποσοστό συνοδεύεται και από την κατανάλωση τροφών υψηλής θερμιδικής αξίας κατά την διάρκεια αυτών των ανενεργών ωρών. Αξιοσημείωτο επίσης είναι οτι η TV  βομβαρδίζει με εικόνες λεπτών και καλοφτιαγμένων ανθρώπων που διασκεδάζουν τρώγοντας ή πίνοντας ή και διαφημίζοντας τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας. Τα παιδιά δεν έχουν τις απαραίτητες γνωστικές ικανότητες να επεξεργαστούν αυτό το παράδοξο και γίνονται μιμητές αυτών που βλέπουν.

Τα αποτελέσματα (πιν. 1) μας δείχνουν ότι η κατάσταση είναι πιο προβληματική για τους μεγαλύτερης ηλικίας μαθητές δεδομένου ότι σε αυτούς παρατηρούνται και τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας.

Για τα παχύσαρκα άτομα η απάντηση στο ερωτηματολόγιο θα μπορούσε να είναι ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο που εξηγούσε τους λόγους της παχυσαρκίας τους. Οι απαντήσεις των μικρότερων μαθητών σε ότι αφορά τον τρόπο ζωής και διατροφής είναι τελείως αντίθετος από τον αντίστοιχο των μεγαλύτερων μαθητών. Θεωρώντας ως όριο της εφηβείας τα 13 έτη, βλέπουμε ότι τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνουν πάνω από αυτήν την ηλικία. Τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά έχουν περισσότερη κινητικότητα στις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου τους, ενώ τα μεγαλύτερα διασκεδάζουν με πιο στατικό τρόπο.

Οι μελέτες που πραγματοποιούνται τα τελευταία 20 έως 30 χρόνια θεωρούν ότι ένας ισχυρός παράγων που οδηγεί τελικά στην παχυσαρκία είναι και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας. Σχεδόν οι μισοί από τούς νέους ηλικίας 12 έως 21 ετών δεν έχουν επαρκή σωματική δραστηριότητα. Mια μελέτη που έγινε στη Γουϊνέα κατέδειξε ότι οι πιο εκσυγχρονισμένοι Papuans είχαν υψηλότερο μέσο όρο BMI και τα χαμηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας46. ¶Αυτές οι μελέτες θεωρούν ότι οι πτυχές του νεωτερισμού συνδέονται με τη φυσική αδράνεια και την αυξανόμενη διαθεσιμότητα τροφίμων  υψηλής ενέργειας  , τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο παχυσαρκίας.

Στην μελέτη μας φάνηκε ότι δύο στα τρία παιδιά που είναι παχύσαρκα ή υπέρβαρα έχουν τουλάχιστον έναν από τους γονείς υπέρβαρο. Ενώ στο δείγμα των Αλβανικής καταγωγής μαθητών δεν υπάρχουν παχύσαρκοι γονείς.

Η κληρονομικότητα διαδραματίζει έναν μεγάλο ρόλο στον καθορισμό του κατά πόσο ευαίσθητοι είναι οι άνθρωποι να γίνουν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι37. Τα γονίδια μπορούν να επηρεάσουν πώς το σώμα καίει τις θερμίδες για την ενέργεια και πώς το σώμα αποθηκεύει το λίπος.  Μία μελέτη λέει ότι η κληρονομικότητα συμβάλλει μεταξύ 5-25% στον κίνδυνο της παχυσαρκίας56. Άλλοι πιστεύουν ότι η γενετική μπορεί να διαδραματίσει έναν μεγαλύτερο ρόλο. Έχει παρατηρηθεί ότι παιδιά με παχύσαρκους γονείς είναι πιθανότερο να είναι παχύσαρκα. Αλλά αυτό συμβαίνει εξ αιτίας γενετικών ή  περιβαλλοντολογικών λόγων;  Η αλληλεξάρτηση μεταξύ γενετικής και περιβάλλοντος είναι ασαφής : οι γονείς παρέχουν τα γονίδια, τα πρότυπα διατροφής και δραστηριότητας και τα τρόφιμα. Συνεπώς οι γενετικοί παράγοντες είναι πιθανά λιγότερο σημαντικοί από το γεγονός ότι οι οικογένειες τείνουν να μοιραστούν με τα παιδιά τις συνήθειες κατανάλωσης και δραστηριότητας.

Αναγνωρίζεται ότι η ευαισθησία στην παχυσαρκία  εν μέρει καθορίζεται γενετικά αλλά ότι η έκφραση της παχυσαρκίας εξαρτάται τελικά από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες57. Πράγματι δεν μπορούμε να αποφανθούμε με σαφήνεια εάν τα ευρήματά μας σχετικά με τους μαθητές Αλβανικής καταγωγής σχετίζονται με την κληρονομικότητα ή με το γεγονός ότι δεν έχουν ενταχθεί πλήρως στον τοπικό τρόπο ζωής. ¶ Φαίνεται ότι τα πολλαπλάσια γονίδια περιλαμβάνονται στον έλεγχο της όρεξης, και ενεργειακών δαπανών και αυτό είναι ένας τρέχων τομέας της έρευνας παχυσαρκίας.

Σημαντικό στοιχείο της μελέτης μας είναι και η διαπίστωση για το πώς τα παχύσαρκα παιδιά αντιλαμβάνονται το βάρος τους. Eξι παιδιά της ομάδας των παχύσαρκων είχαν μία αρνητική στάση και απροθυμία  να ζυγιστούν, απέφευγαν γενικώς να ζυγίζονται και αρνούνταν οποιαδήποτε συμμόρφωση στις οδηγίες των γονέων τους για απώλεια βάρους. Δύο μάλιστα από τα παχύσαρκα παιδιά είχαν ξεκινήσει πολλές φορές προσπάθεια απώλειας βάρους και τελικά αρνήθηκαν να συνεχίσουν, δείχνοντας έτσι την ψυχολογική επιβάρυνση που έχουν υποστεί εξαιτίας της σωματικής τους κατάστασης.

Μια δυσκολία του ερωτηματολογίου αλλά και της μελέτης μας είναι στο να εξετάσει κανείς και να διαπιστώσει την ψυχική επιβάρυνση σε καταστάσεις όπως η παχυσαρκία και αυτό οφείλεται στο ότι τα μέσα της έρευνας περιλαμβάνουν κάποια στοιχεία που μπορούν να επηρεαστούν περισσότερο από τα σωματικά προβλήματα της παχυσαρκίας από ότι τα ψυχολογικά. Οι διαταραχές του ύπνου για παράδειγμα είναι συχνές στα παιδιά με παχυσαρκία. Στο ερωτηματολόγιο δεν μπορεί να περιληφθούν στοιχεία που να σχετίζονται ειδικά με τις διαταραχές του ύπνου αφού τα συμπτώματα όπως η κόπωση και η εξάντληση θα μπορούσε να προέρχονται από την ίδια την παχυσαρκία ή από την κατάθλιψη που πολλές φορές συνοδεύει τα παχύσαρκα παιδιά.

Μερικοί  θεωρούν ότι τα κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα είναι οι σημαντικότερες συνέπειες της παχυσαρκίας στα παιδιά. Αυτό είναι μια πραγματικότητα βλέποντας το κανείς με την έννοια της ποιότητας ζωής. Οι παράγοντες υγείας και ποιότητας ζωής σε χρόνιες καταστάσεις συνδυάζονται, συνήθως, καλύτερα με τους ψυχολογικούς παράγοντες παρά με την ύπαρξη κάποιας φυσικής νόσου. Στην περίπτωση της παχυσαρκίας το θέμα είναι πολύπλοκο καθώς η φυσική νόσος είναι απλή κατάληξη της παχυσαρκίας αν συνεχιστεί και στην ενήλικο ζωή, αυτό σημαίνει ότι τα παχύσαρκα παιδιά δεν βλέπουν την παχυσαρκία ως ένα πρόβλημα υγείας αλλά το συσχετίζουν περισσότερο με την ποιότητα ζωής που βιώνουν εξ αιτίας της.  Όμως και οι προσπάθειες αντιμετώπισής της εξαρτώνται από στοιχεία της ατομικής συμπεριφοράς. Τα υπέρβαρα παιδιά είναι επιρρεπή σε εκδηλώσεις χαμηλού αυτοσεβασμού που προέρχεται από το πείραγμα και  την απόρριψη από τους συνομιλήκους τους. Τα πρότυπα εμφάνισης που η κοινωνία κάνει αποδεκτά τα οδηγούν στο να αναπτύξουν μία αρνητική εικόνα του σώματός τους.  Δεν μπορούν  να ακολουθήσουν όλες τις δραστηριότητες των παιδιών της ηλικίας τους οδηγούμενα σταδιακά στην απομόνωση και την κοινωνική απόσυρση. Τα παιδιά που είναι δυστυχισμένα με το βάρος τους είναι πιθανότερο να αναπτύξουν  διατροφικές διαταραχές, όπως anorexia nervosa και ψυχογενή βουλιμία, και μπορεί να είναι περισσότερο επιρρεπή σε κατάθλιψη. Τα παχύσαρκα παιδιά μπορούν να αισθανθούν απομονωμένα και μόνα. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η αυτοπεποίθηση ενός ατόμου, ειδικά ενός παιδιού, επηρεάζεται από τις αντιλήψεις που έχει για το σώμα του.  Το άγχος και η ανησυχία που προκύπτουν μπορούν να επηρεάσουν και την απόδοσή τους στο σχολείο. Η κοινωνική απομόνωση και ο χαμηλός αυτοσεβασμός δημιουργούν τα συναισθήματα της απόγνωσης σε μερικά υπέρβαρα παιδιά. Όταν τα παιδιά χάνουν την ελπίδα ότι οι ζωή τους θα βελτιωθεί, είναι για τα καλά στο δρόμο προς την κατάθλιψη. Ένα καταθλιπτικό παιδί μπορεί να χάσει το ενδιαφέρον για τις  δραστηριότητες της ηλικίας του.

Παραμένει ασαφής η παρουσία ψυχολογικών διαταραχών στο σύνολο των παιδιών με παχυσαρκία πάντως οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με πολλούς τρόπους. Η προαγωγή υγείας τεκμηριώνει τον σημαντικό ρόλο που παίζουν τα άτομα όταν έχουν συναίσθηση του ελέγχου πάνω στις συμπεριφορές. Πολλές θεωρίες πάνω στις συμπεριφορές της υγείας δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην αντίληψη του αυτοελέγχου και της αυτοδιαχείρισης σε καταστάσεις όπου η αντιμετώπισή τους απαιτεί την τροποποίηση των συμπεριφορών για την αντιμετώπισή τους και μια τέτοια κατάσταση είναι και η παχυσαρκία58. Τα παιδιά  δεν μπορούν να έχουν την συναίσθηση του προβλήματος αφού αυτό δεν συνεπάγεται άμεσα μια φυσική νόσο, ούτε βεβαίως μπορούν να συνειδητοποιήσουν την έννοια του αυτοελέγχου.  Η ελάττωση εν τούτοις του αισθήματος προσωπικού ελέγχου πάνω στο φαινόμενο της παχυσαρκίας οδηγεί σε ελαττωμένη εμπιστοσύνη και μειωμένη προθυμία συμμόρφωσης με τις οδηγίες και αυτός μπορεί να είναι ένας πιθανός μηχανισμός με τον οποίο η ελάττωση του αισθήματος αυτοελέγχου συσχετίζεται με την χαμηλή ποιότητα ζωής των παχύσαρκων παιδιών. Η έλλειψη αυτοελέγχου δεν αφορά το σύνολο των παχύσαρκων είναι όμως απαραίτητο να οργανωθούν ειδικά προγράμματα για να αυξήσουν την αντίληψη ελέγχου πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε προσπάθεια απώλειας βάρους ώστε να έχουμε αποτελεσματική παρέμβαση στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Η σωματική δραστηριότητα και η διατροφή είναι σύνθετες συμπεριφορές που συνδέονται περίπλοκα με το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, εργαζόμαστε και παίζουμε. Ενώ η εκπαίδευση και η αγωγή υγείας αποτελεί ένα σημαντικό μέσο της λύσης του προβλήματος, σε επίπεδο κοινότητας χρειάζεται να γίνουν παρεμβάσεις για να βελτιωθούν τα περιβάλλοντα όπου ζουν οι άνθρωποι και κάνουν τις επιλογές για αυτά που θα φάνε ή για το πώς θα γίνουν ενεργητικοί βοηθώντας ουσιαστικά στη υιοθέτηση υγιών συμπεριφορών.  Πρέπει να δει κανείς την μειωμένη σωματική δραστηριότητα και τις συνήθειες κατανάλωσης όχι πρώτιστα ως αποτέλεσμα των ατομικών επιλογών και συμπεριφορών, αλλά μάλλον ως αποτέλεσμα της διαβίωσης σε ένα περιβάλλον που δεν υποστηρίζει τις υγιέστερες επιλογές.

Η ενημέρωση των γονέων όσον αφορά τις διατροφικές συμπεριφορές και καθημερινές δραστηριότητες και σε προχωρημένες καταστάσεις η συμβουλή ειδικού ίσως αποδειχθεί απαραίτητη.

Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο πρόβλημα μεταξύ των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος αυτού, που δείχνει να έχει άμεση σχέση με μια σειρά ασθενειών που αποτελούν τους φονιάδες της εποχής μας όπως αναπνευστικά, καρδιολογικά, μεταβολικά και ορθοπεδικά προβλήματα που αναμένεται να αυξηθούν παράλληλα με την αύξηση της παχυσαρκίας, αυξάνοντας και το συνολικό κόστος για περίθαλψη, ανικανότητα και αναπηρίες. Σημαντικές επίσης είναι και οι ψυχολογικές επιπτώσεις του προβλήματος όπως η ψυχοκοινωνική απομόνωση, μειωμένο ενδιαφέρον για τα μαθήματα μειωμένη απόδοση στο σχολείο και καταθλιπτικές εκδηλώσεις . Η παρέμβαση πρέπει να γίνει με την ανάλογη καθοδήγηση όσον αφορά τις αλλαγές στις τάσεις, τις συμπεριφορές, τις διατροφικές συνήθειες τόσο προς τα παιδιά όσον και προς τους γονείς.

SUMMARY

THE CHILDREN’S OBESITY ON SCHOOL POPULATION OF AREA KONISTRA IN EASTERN EVIA

KOULOURIS G.1 , HATZIANTONIOU G.2 , THEODORAKOPOULOS P.3

Ergoerevnitiki1 , Health Administration of Evia Prefecture2, Laboratory of Social Medicine, University of Thrace3.

Obesity is considered to be an ever increasing problem for public health in the developed world. Childhood obesity is acknowledged as a predisposing factor for adult obesity as well as a factor for health – threatening diseases in adult life such as : cardiovascular disease, diabetes, hypertension etc, to name a few.

Considering children obesity as an oncoming epidemic, in borough of Konistra in Evia, which constitutes an example of a transient community, that is , from a rural to an urban way of life, is the reason for our study.

Having studied all children ages 10 to 19 , we have composed charts according to age and gender and have classified them according to (their) BMI as: physiological (normal), over-weight and obese.

Moreover we have researched the differences in relation to their Greek or Albanian origin since they reveal different dietary habits and social behavior.

Statistics have ascertained us that this urbanized community (Konistra) shows a significant problem of childhood obesity in those of Greek origin while the sub-group of Albanian origin does’t present a similar  problem, mainly due to the fact, that this sub-group has not totally adopted to the Greek dietary ways.

In adolescence though, the problem seems to become more intense- whatever that may mean.

We propose that the local government in cooperation with health officials and such institutions be required to establish health education programs before childhood obesity progresses to contemporary scourge.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Shell ER: New World Syndrome.
The Atlantic Monthly 2001, 287(6):50-53.

2.      Reilly J, Dorosty A. Epidemic of obesity in UK children. Lancet

1999;354(9193):1874–5.

3. Yach D, Stuckler D, Brownell KD: Epidemiologic and economic consequences of the global epidemics

of obesity and diabetes. Nature Medicine 2006, 12:62-66.

4. Troiano RP, Flegal KM, Kuczmarski RJ. Overweight prevalence and trends for children and

adolescents. Arch Pediatr Adolesc Med. 1995;149:1085–1091.

5. Freedman DS, Srinivasan SR, Valdez RA, et al. Secular increases in relative weight and adiposity

among children over two decades: the Bogalusa Heart Study. Pediatrics. 1997;99:420–426.

6. Figueroa-Colon R, Lee J, Aldridge R, Alexander L. Obesity is prevalent and progressive in Birmingham scholl children. Int J Obes Relat Metab Disor. 1994;18:26 abstract.

7. Freedman DS, Shear CL, Burke GL, Srinivasan SR, et al. Persistence of juvenile-onset obesity over eight yaers:the Bogalus Heart Study. Am J Public Health. 1987;77:588–592.

8. Dietz WH. Chilhood weight affects adult morbidity and mortality. J of Nutrition. 1998;128:411S–414S.

9. National Institutes of Health Consensus Development Panel on the Health Implications of Obesity. Health Implications of Obesity. November 1997.

10. Lew E. Mortality and Weight: Insured Lives and the American Cancer Society Studies. An Intern Med. 1985;103:1024–1029.

11. Hubert H, Feinlieb M, McNamara P, Castelli W. Obesity as an Independent Risk Factor for Cardiovascular Disease: A 26-year Follow-up of Participants in the Framingham Heart Study. Circulation. 1983;67:968–977.

12. Donahue, R.; Bloom, E.; Abbott, R.; Reed, D.; Yano, K. Central Obesity and Coronary Heart Disease in Men. Lancet. 1987. pp. 81–824.

13. Atkintewe TA, Adetuyibi A. Obesity and Hypertension in Diabetic Nigerians. Tropical Geographic Medicine. 1986;38:146–149.

14. Beegon R, Niaz MA, Singh RB. Diet, central obesity and prevalence of hypertension in the urban population of south India. Center of Nutrition Research, Moradabad, India. Internal Journal of Cardiology. 1995;51:83–191.

15. Foster C, Rotimi C, Fraser H, Sundarum C, Liao Y, Gibson E, Holder Y, Hoyos M, Mellanson-King R. Hypertension, diabetes and obesity in Barbados: findings from a recent population-based survey. Ethnic Diseases. 1993;3:404–412.

16. Cassano PA, Segal MR, Vokonas PS, Weiss ST. Body fat distribution, blood pressure, and hypertension. A prospective study of men in the normative aging study. Division of Nutritional Sciences, Cornell University, Ithaca, New York. Ann Epidemiology. 1990;1:33–48.

17. Kannel WB, McGee D, Gordon T. A general cardiovascular risk profile: The Framingham Study. Am J Cardiol. 1976;38:46–51.

18. Carey V, Walters E, Colditz G, et al. Body fat distribution and risk of non-insilin-dependent diabetes mellitus in women. The Nurses’ Health Study. Am J Epidemiol. 1997;145:614–619.

19. Bjorntorp P. Abdominal fat distribution and metabolic syndrome. J Cardiovasc Pharmacol. 1992;20:S26–S28.

20. Kissenbah AH, Peiris AN. Biology of regional fat distribution: relationship to non-insulin-dependent diabetes mellitus. Diabetes Metab Rev. 1989;5:83–109.

21. Biontorp P. Regional obesity in NIDDM. Adv Exp Med Biol. 1993;334:279–285.                Després J. Abdominal obesity as important component of insulin-resistance syndrome. Nutrition. 1993;23:452–459.

22. Clark WR, Lauer RM. Does childhood obesity track into adulthood?. Crit Rev Food Sci Nutr. 1993;33:423–430

23. Johnston FE. Health implication of childhood obesity. Ann Intern Med. 1985;103:1068–1072.

24. Dietz WH. Critical Periods in childhood for the development of obesity. Am J Clin Nutr. 1994;59:955–959.

25. Gortmarker SL, Dietz WH, Sobol AM, Wehler CA. Increasing pediatric obesity in the United States. Am J Dis Child. 1987;141:535–540.

26. Yach D, Stuckler D, Brownell KD: Epidemiologic and economic consequences of the global epidemics of obesity and diabetes. Nature Medicine 2006, 12:62-66.

27. Whitaker RC, Wright JA, Pepe MS et al. Predicting obesity in young

adulthood from childhood and parental obesity. N Engl J Med   997;337(13):869–873.

28. Reilly J, Dorosty A. Epidemic of obesity in UK children.

Lancet    1999;354(9193):1874–5.

29. Danielzik S, Langnase K, Mast M et al. Impact of parental BMI on the

manifestation of overweight 5–7 year old children. Eur J Nutr  2002;41(3):132–138.

30. Whitaker RC, Wright JA, Pepe MS et al. Predicting obesity in young

adulthood from childhood and parental obesity. N Engl J Med  1997;337(13):869–873.

31. Freedman DS, Shear CL, Burke GL, Srinivasan SR, et al. Persistence of juvenile-onset obesity over

eight   yaers:the Bogalus Heart Study. Am J Public Health. 1987;77:588–592.

32. Lauer RM, Clarke WR. Childhood risk factors for high adult blood pressure: the

Muscatine Study. Pediatrics. 1984;84:633–641.

33. Javier-Nieto F, Szklo M, Comstock GW. Childhood weight and growth rate as predictors of adult mortality. Am J Epidemiol. 1992;136:201–203.

34. Must A, Jacques PF, Dallal GE, et al. Long-term morbidity and mortality of overweight adolescents: a follow-up of the Harvard Group Study of 1922 to 1935. N Engl J Med. 1992;327:1350–1355.

35. Tracy RE, Newman WP, Wattigney WA, Berenson GS. Risk factors and atherosclerosis in oung autopsy findings of the Bogalusa Heart Study. Am J Med Sci. 1995;310:S37–41.

36. Berenson GS, Wattigney WA, Bao W, Srinivasan SR, et al. Rationale to study the early natural history of heart disease: the Bogalusa Heart Study. Am J Med Sci. 1995;310:S22–S28.

37. Danielzik S, Langnase K, Mast M et al. Impact of parental BMI on the

manifestation of overweight 5–7 year old children. Eur J Nutr  2002;41(3):132– 138.

38. Serdula, MK, Ivery, D, Coates, RJ, et al.: Do obese children become obese αdults? A review of the literature. Preventive Medicine 1993; 22: 167-177.

39. National Audit Office. Tackling Obesity in England. Report by the Comptroller and Auditor General. Norwich: The Stationery Office, 2001

40. Anderson RE, Crespo CJ, Bartlett SJ, Cheskin LJ, Pratt M. Relationship of physical activity and television watching with body weight and level of fatness among children: results from the Third National Health and Nutrition Examination Survey. JAMA.1998; 279 :938 –942

41. Popkin BM: Urbanization, lifestyle changes and the nutritional transition.

World Development 1999, 27(11):1905-1916.

42. Cassels S: Overweight in the Pacific: links between foreign dependence, global food trade, and obesity in the Federated States of Micronesia. Global Health 2006, 2:10.

43. Chopra M, Galbraith S, Darnton-Hill I: A global response to a global problem:

the epidemic of overnutrition.  Bulletin on the World Health Organization 2002,

80(12):952-958.

44. Caballero B: Introduction: Obesity in developing countries: Biological and ecological factors.
Journal of Nutrition 2001, 131:866S-870S.

45. Evans M, Sinclair RC, Fusimalohi C, Liavaa V: Globalization, diet, and health: an example from Tonga. Bulletin of the World Health Organization 2001, 79(9):856-862.

46. Hodge AM, Dowse GK, Koki G, Mavo B, Alpers MP, Zimmet PZ: Modernity and obesity in coastal and highland Papua New Guinea. International Journal of Obesity 1995, 19:154-161.

47. Popkin BM: The nutritional transition and obesity in the developing world.
Journal of Nutrition 2001, 131:871S-873S.

48. Popkin BM, Doak CM: The obesity epidemic is a worldwide phenomenon.
Nutrition Reviews 1998, 56(4):106-114.

49. World Health Organization: Nutrition in transition: globalization and its

impact on nutrition patterns and diet-related diseases.  2003.

50. Galanis DJ, McGarvey ST, Quested C, Sio B, Afele-Faamuli S: Dietary intake of

modernizing Samoans: Implications for risk of cardiovascular disease.
American Dietetic Association 1999, 99(2):184-190.

51. World Health Organization: Turning the Title of Mainutrition: Responding to the Challenge of the 21st Century. World Health Organization; 2003.

52. Shmulewitz D, Auerbach SB, Lehner T, Blundell ML, Winick JD, Youngman LD,

Skilling V, Heath SC, Ott J, Stoffel MBJL, Friedman JM: Epidemiology and

factor analysis of obesity, type II diabetes, hypertension, and   dyslipidemia (syndrome X) on the

island   of Kosrae, Federated States of   Micronesia.  Human Heredity  2000, 51:8-19.

53. Bonnen PE, Pe’er I, Plenge RM, Salit J, Lowe JK, Shapero MH, Lifton RP, Breslow JL, Daly MJ, Reich DE, Jones KW, Stoffel M, Altshuler D, Friedman JM: Evaluating potential for whole-genome studies in Kosrae, an isolated population in Micronesia. Nature Genetics 2006, 38(2):214-217.

54. Han Z, Heath SC, Shmulewitz D, Li W, Auerbach SB, Blundell ML, Lehner T, Ott J, Stoffel M, Friedman JM, Breslow JL: Candidate genes involved in cardiovascular risk factors by a family-based association study on the island of Kosrae, Federated States of Micronesia.
American Journal of medical Genetics 2002, 110:234-242.

55. Shmulewitz D, Heath SC, Blundell M, Han Z, Sharma R, Salit J, Auerbach SB, Signorini S, Breslow JL, Stoffel M, Friedman JM: Linkage analysis of quantitative traits for obesity, diabetes, hypertension, and dyslipidemia on the island of Kosrae, Federated States of Micronesia.
Proceedings of the National Academy of Sciences 2006, 103(10):3502-3509.

56. Bouchard C, Perusse L. Genetic aspects of obesity. Annals of the New York

Αcademy of Sciences 1993; 699:26-35.

57. Loos RJF, Bouchard C. Obesity – is it a genetic disorder? J Intern Med 2003;254(5):401–425.

58. Bandura A. self efficacy mechanism in Human agency. Am Psychol 1982; 37:122-47.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s